Άστα να πάνε

Συναντούνται δυο φίλοι έπειτα από πάρα πολλά χρόνια.
– Τι κάνεις ρε Νικόλα; Πώς τα περνάς;
– Άστα να πάνε φίλε, πέθανε ο πατέρας μου.

– Ο πατέρας σου; Ένας τόσο υγιής άνθρωπος; Πως έγινε το μοιραίο;
– Να μωρέ, είχε χαλάσει η λάμπα της κουζίνας και ανέβηκε στην καρέκλα να την αλλάξει.Ξαφνικά όμως ήρθε το ρεύμα.
– Α, καλά, άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Τον τίναξε το ρεύμα;
– Όχι! Όπως ήταν ζαλισμένος, έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του στην γωνία του τραπεζιού.
– Α, καλά, άσε μη μου πεις! Έμεινε στον τόπο;
– Όχι! Έτσι όπως ήταν ζαλισμένος, πήγε και έχωσε το κεφάλι του μέσα στην τηλεόραση.
– Α, καλά, άσε μη μου πεις, κατάλαβα! Τον έκαψε ζωντανό η τηλεόραση!
– Όχι! Έτσι όπως πολύ ήταν ζαλισμένος πήγε και έπεσε μέσα στα τζάμια του μπαλκονιού
.- Α, καλά, άσε, μη μου πεις! Τον πετσόκοψαν τα τζάμια.
– Όχι ούτε και τότε!
– Ε, καλά τότε πως πέθανε;
– Ε, στο τέλος, τον πυροβόλησε η μάνα μου, για να μη μας διαλύσει το σπίτι…